English
Λογότυπο Κυπριακής Δημοκρατίας Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου
 

Αρχική Σελίδα | Συνήθεις Ερωτήσεις | Χάρτης Πλοήγησης | Συνδέσεις | Επικοινωνία
Αναζήτηση:  
Αναζήτηση
Ειδική Αναζήτηση            

Συνήθεις Ερωτήσεις


English
ΕκτύπωσηΕκτύπωση

1. Πώς και πότε συνεστήθη το Ανώτατο Δικαστήριο όπως αυτό λειτουργεί σήμερα;
2. Πώς διορίζονται οι δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου και οι δικαστές των Πρωτόδικων Δικαστηρίων και ποια είναι τα απαιτούμενα για διορισμό προσόντα;
3. Ποιοί υπηρέτησαν σαν Πρόεδροι του Ανωτάτου Δικαστηρίου, του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου;
4. Οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεσμεύουν τα άλλα Δικαστήρια;
5. Ποιό Δίκαιο εφαρμόζουν τα Κυπριακά Δικαστήρια;
6. Οι αρχές της ανεξαρτησίας της Δικαστικής Εξουσίας και του Διαχωρισμού των Εξουσιών εφαρμόζονται ικανοποιητικά στην Κύπρο;
7. Μετά την πλήρη ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή ΄Ενωση, πως ενσωματώθηκε στο Κυπριακό Δίκαιο το Ευρωπαϊκό Κεκτημένο;


1. Πώς και πότε συνεστήθη το Ανώτατο Δικαστήριο όπως αυτό λειτουργεί σήμερα;
Με το Σύνταγμα του 1960 με βάση το οποίο εγκαθιδρύθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία, επρονοείτο η ίδρυση και λειτουργία τόσο ενός Ανωτάτου Δικαστηρίου (High Court) όσο και ενός Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου (Supreme Constitutional Court). Στη σύνθεση των δύο Δικαστηρίων συμμετείχαν ΄Ελληνες, Τούρκοι και ουδέτεροι δικαστές, προερχόμενοι δηλαδή από τρίτη χώρα εκτός της Ελλάδας και της Τουρκίας. Των δύο δικαστηρίων προήδρευαν οι ουδέτεροι δικαστές. Αυτή η συνταγματική ρύθμιση διάρκεσε μέχρι τα τέλη του 1963 οπότε ξέσπασαν στην Κύπρο οι διακοινοτικές ταραχές και λίγο αργότερα παραιτήθηκαν από τις θέσεις τους οι ουδέτεροι δικαστές χωρίς να αντικατασταθούν και έτσι παρέλυσε το όλο σύστημα. Για αντιμετώπιση της κατάστασης θεσπίστηκε τότε ο περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλες Διατάξεις) Νόμος αρ. 33/64, με βάση τον οποίο τα δύο κορυφαία Δικαστήρια συνενώθηκαν σε ένα, το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου, στο οποίο και ανατέθηκαν οι δικαιοδοσίες, αρμοδιότητες και εξουσίες των δύο προϋπαρχόντων δικαστηρίων. Η ίδρυση και λειτουργία του Ανωτάτου Δικαστηρίου κρίθηκε σαν συνταγματική με βάση τις αναγνωρισμένες αρχές του Δικαίου της Ανάγκης. Στο νέο Δικαστήριο συμμετείχαν για μερικά χρόνια και οι Τουρκοκύπριοι Δικαστές οι οποίοι αργότερα αποχώρησαν. Οι πέντε αρχικά Δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου αυξήθηκαν δια νόμου σε 7, αργότερα σε 10 και 13, αριθμός που ισχύει μέχρι σήμερα.

Αρχή Σελίδας

2. Πώς διορίζονται οι δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου και οι δικαστές των Πρωτόδικων Δικαστηρίων και ποια είναι τα απαιτούμενα για διορισμό προσόντα;
Οι δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου διορίζονται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ο οποίος κατά πάγια πρακτική λαμβάνει προηγουμένως τις συστάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Για να διοριστεί κάποιος στη θέση αυτή, θα πρέπει να είναι δικηγόρος ο οποίος κατέχει τα νόμιμα προς τούτο προσόντα, με 12ετή τουλάχιστον πρακτική εξάσκηση του επαγγέλματος (όρος ο οποίος περιλαμβάνει και υπηρεσίες σε μόνιμη δικαστική θέση) και να είναι υψηλού ηθικού επιπέδου. Οι Επαρχιακοί Δικαστές, οι Ανώτεροι Επαρχιακοί Δικαστές και οι Πρόεδροι Επαρχιακού Δικαστηρίου διορίζονται από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, το οποίο απαρτίζεται από τους δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Για να διοριστεί κάποιος Επαρχιακός Δικαστής θα πρέπει να είναι δικηγόρος ασκών το επάγγελμα του επί 6 τουλάχιστον έτη και να είναι υψηλού ηθικού επιπέδου. Για να διοριστεί κάποιος στη θέση Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστού ή Προέδρου Επαρχιακού Δικαστηρίου θα πρέπει να είναι δικηγόρος ασκών το επάγγελμα του για τουλάχιστον 10 χρόνια (όρος ο οποίος περιλαμβάνει και υπηρεσίες σε μόνιμη δικαστική θέση) και να είναι υψηλού ηθικού επιπέδου. Για τις θέσεις Δικαστών των άλλων Πρωτόδικων Δικαστηρίων που ασκούν ειδικές δικαιοδοσίες και πάλι οι διορισμοί γίνονται από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, ενώ τα απαιτούμενα για διορισμό προσόντα εκτίθενται στις επί μέρους νομοθεσίες με βάση τις οποίες εγκαθιδρύεται κάθε Δικαστήριο.

Αρχή Σελίδας

3. Ποιοί υπηρέτησαν σαν Πρόεδροι του Ανωτάτου Δικαστηρίου, του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου;
Ο πρώτος Πρόεδρος του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, προερχόμενος από ουδέτερη χώρα, ήταν ο Γερμανός καθηγητής Δρ. Ernst Forsthoff. Ο πρώτος Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, επίσης προερχόμενος από ουδέτερη χώρα ήταν ο Ιρλανδός Barra O´Brian μέχρι το 1961 τον οποίο διαδέχθηκε ο Καναδός John Leonard Wilson από το 1962-1964. Πρόεδροι του Ανωτάτου Δικαστηρίου που συνεστήθη κατά το 1964 με τον Νόμο 33/64 διετέλεσαν κατά σειρά οι ακόλουθοι: 1. Mehmet Zekia, Ιούνιος 1964 - Σεπτέμβριος 1966. 2. Γιώργος Βασιλειάδης, Ιανουάριος 1967 - Απρίλιος 1971. 3. Μιχαλάκης Τριανταφυλλίδης, Απρίλιος 1971 - Μάρτιος 1988. 4. Ανδρέας Λοϊζου, Απρίλιος 1988 - Ιούλιος 1994. 5. Δημήτριος Στυλιανίδης, Ιούλιος 1994 - Απρίλιος 1995. 6. Γεώργιος Πικής, Απρίλιος 1995 - Μάρτιος 2004. 7. Χρίστος Αρτεμίδης, Μάρτιος 2004 - Σεπτέμβριος 2008 8. Πέτρος Αρτέμης, Σεπτέμβριος 2008 - Ιούνιος 2013. 9. Δημήτρης Χατζηχαμπής, Ιούνιος 2013 - Ιούλιος 2014. 10. Μύρων Νικολάτος, Ιούλιος 2014 μέχρι σήμερα.

Αρχή Σελίδας

4. Οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεσμεύουν τα άλλα Δικαστήρια;
Στην Κύπρο εφαρμόζεται πλήρως η αρχή του δεσμευτικού προηγουμένου όπως και σε άλλες χώρες οι οποίες υιοθέτησαν το Αγγλικό κοινοδίκαιο. Αυτό σημαίνει ότι η βασική νομική αρχή μιας απόφασης (ratio decidendi) όπως αυτή εξάγεται από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά την ενάσκηση της δικαιοδοσίας του σαν Εφετείου ή της πρωτόδικης δικαιοδοσίας του σε ολομέλεια, δεσμεύει όλα τα ιεραρχικά κατώτερα δικαστήρια ως προς την επίλυση ενός επίδικου θέματος. Δεσμεύει επίσης και το ίδιο το Ανώτατο Δικαστήριο σε μεταγενέστερες υποθέσεις, με αναγνωρισμένη όμως τη δυνατότητα παρέκκλισης από δικές του προηγούμενες αποφάσεις, κάτω από νομολογιακά καθιερωμένες περιστάσεις.

Αρχή Σελίδας

5. Ποιό Δίκαιο εφαρμόζουν τα Κυπριακά Δικαστήρια;
(α) το Σύνταγμα της Δημοκρατίας και τους δυνάμει αυτού γενομένους ή υπό Δικαστηρίου εφαρμοστέους νόμους: (β) τους νόμους τους διατηρηθέντας εν ισχύι δυνάμει του άρθρου 188 του Συντάγματος υπό τους εν αυτώ προβλεπομένους όρους εκτός εάν άλλη πρόβλεψις εγένετο ή θα γίνη δυνάμει νόμου εφαρμοστέου ή γενομένου δυνάμει του Συντάγματος˙ (γ) το κοινόν δίκαιον (common law) και τας αρχάς της επιεικίας (equity) εκτός εάν άλλη πρόβλεψις εγένετο ή θα γίνει υπό οιουδήποτε νόμου εφαρμοστέου ή γενομένου δυνάμει του Συντάγματος ή οιουδήποτε νόμου διατηρηθέντος εν ισχύι δυνάμει της παραγράφου (β) εφόσον δεν αντιβαίνουν ή δεν είναι ασυμβίβαστοι προς το Σύνταγμα˙ (δ) τους νόμους και τας αρχάς περί των Βακουφίων (ahkamul evkaf) τους αναφερομένους εις την παράγραφο 2 του άρθρου 110 του Συντάγματος˙ (ε) τους Νόμους του Κοινοβουλίου του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρεττανίας και Βορείου Ιρλανδίας, οίτινες είχον εφαρμογήν εν Κύπρω κατά την αμέσως προ της ημέρας ανεξαρτησίας ημέραν, εκτός εάν άλλη εγένετο ή θα γίνει πρόβλεψις υπό του νόμου εφαρμοστέου ή γενομένου δυνάμει του Συντάγματος και εφόσον δεν είναι αντίθετοι ή ασυμβίβαστοι προς το Σύνταγμα.

Αρχή Σελίδας

6. Οι αρχές της ανεξαρτησίας της Δικαστικής Εξουσίας και του Διαχωρισμού των Εξουσιών εφαρμόζονται ικανοποιητικά στην Κύπρο;
Η ανεξαρτησία της Δικαστικής Εξουσίας στην Κύπρο, είναι πλήρης τόσο θεσμικά όσο και λειτουργικά. Τόσο ο τρόπος διορισμού και οι όροι υπηρεσίας των δικαστών, όσο και η απερίσπαστη άσκηση των καθηκόντων τους καθώς επίσης και η άσκηση πειθαρχικού ελέγχου, υπόκεινται σε ασφαλιστικές δικλείδες οι οποίες διασφαλίζουν την ανεξαρτησία των μελών του δικαστικού σώματος και αποκλείουν τη δυνατότητα έξωθεν παρεμβάσεων. Ο αυστηρός διαχωρισμός των τριών εξουσιών αποτελεί ένα ευδιάκριτο χαρακτηριστικό του Κυπριακού Συντάγματος. Οι αρμοδιότητες, οι δικαιοδοσίες και υποχρεώσεις της Εκτελεστικής, Νομοθετικής και Δικαστικής εξουσίας εκτίθενται με σαφήνεια σε ξεχωριστά μέρη και πρόνοιες του Συντάγματος κατά τρόπο που δεν αφήνει ιδιαίτερα περιθώρια για αμφισβητήσεις. ΄Οσον αφορά στη Δικαστική Εξουσία, οι παράμετροι της άσκησης των αρμοδιοτήτων της καθορίζονται στην επίλυση των διαφορών μεταξύ πολιτών, ή μεταξύ πολιτών και των δημόσιων οργανισμών μεταξύ δημοσίων οργανισμών, ή διαφορών ως προς τις εξουσίες οργάνων της διοίκησης.

Αρχή Σελίδας

7. Μετά την πλήρη ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή ΄Ενωση, πως ενσωματώθηκε στο Κυπριακό Δίκαιο το Ευρωπαϊκό Κεκτημένο;
΄Οπως είναι γνωστό, η Κύπρος κατέστη πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης κατά το 2004, οπότε οι πρόνοιες του Ευρωπαϊκού Δικαίου είτε έχουν άμεση ισχύ στη Δημοκρατία όπως σε όλες τις χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης, είτε καθίστανται μέρος του Κυπριακού Δικαίου με τη θέσπιση εθνικής νομοθεσίας μέσω της οποίας ενσωματώνονται και συνιστούν μέρος του ημεδαπού δικαίου. Επειδή στην Κυπριακή Δημοκρατία, υπέρτατος νόμος είναι το Σύνταγμα, ηγέρθηκε ζήτημα ως προς το κατά πόσο σε περίπτωση σύγκρουσης ή ασυμβατότητας πρόνοιας του Συντάγματος με δεσμευτική πρόνοια Ευρωπαϊκού Δικαίου, συνεχίζει να υπερισχύει η πρώτη. Προς άρση κάθε αμφιβολίας ως προς το ότι το Ευρωπαϊκό Κεκτημένο υπερισχύει πλέον του ημεδαπού δικαίου, θεσπίστηκε ο Περί της Πέμπτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος αρ. 127(Ι) του 2006 με τον οποίο προστέθηκε το νέο ΄Αρθρο 1Α του Συντάγματος. Σύμφωνα με αυτό, καμμιά διάταξη του Συντάγματος θεωρείται ότι ακυρώνει νόμους που θεσπίζονται, πράξεις που διενεργούνται ή μέτρα που λαμβάνονται από τη Δημοκρατία, τα οποία καθίστανται αναγκαία από τις υποχρεώσεις της σαν κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης, ούτε εμποδίζει Κανονισμούς, Οδηγίες ή άλλες δεσμευτικές πράξεις ή μέτρα νομοθετικού χαρακτήρα που θεσπίζονται από την Ευρωπαϊκή ΄Ενωση, από του να έχουν νομική ισχύ στη Δημοκρατία.

Αρχή Σελίδας


Αρχή Σελίδας

Καλύτερη απεικόνιση με ανάλυση οθόνης 1024 x 768

© 2007 - 2017 Κυπριακή Δημοκρατία, Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου
Αρχική Σελίδα | Κυβερνητική Πύλη Διαδικτύου | Αποποίηση | Υπεύθυνος Σελίδας